Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Confederation
piccolo diverbio

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

spat1 [βρετ spat, αμερικ spæt] ΡΉΜΑ παρελθ, μετ παρακειμ

spat → spit II, III, IV

IV ΟΥΣ

IV → intravenous drip

spat2 [βρετ spat, αμερικ spæt] ΟΥΣ (on shoe)

spat
ghetta θηλ

I. spat3 [βρετ spat, αμερικ spæt] ΟΥΣ οικ (quarrel)

spat
battibecco αρσ (with con)

II. spat3 <forma in -ing spatting, παρελθ, μετ παρακειμ spatted> [βρετ spat, αμερικ spæt] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

spat

I. spat4 [βρετ spat, αμερικ spæt] ΟΥΣ (of shellfish)

spat
uova θηλ πλ

II. spat4 <forma in -ing spatting, παρελθ, μετ παρακειμ spatted> [βρετ spat, αμερικ spæt] ΡΉΜΑ αμετάβ

spat shellfish:

spat

I. spit1 [βρετ spɪt, αμερικ spɪt] ΟΥΣ

1. spit (saliva):

saliva θηλ
sputo αρσ

2. spit (expectoration):

II. spit1 <forma in -ing spitting, παρελθ/μετ παρακειμ spat> [βρετ spɪt, αμερικ spɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. spit person blood, food:

sputare (into in; onto su, addosso a)

2. spit μτφ:

spit volcano: lava
spit pan: oil

3. spit (utter):

spit oath, venom
sputare (at contro)

III. spit1 <forma in -ing ecc. spitting, παρελθ/μετ παρακειμ spat> [βρετ spɪt, αμερικ spɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. spit:

spit cat:
spit person:
sputare (at, on su, addosso a; into in; out of da)
to spit in sb's face
sputare addosso or in faccia a qn also μτφ

2. spit (be angry):

to spit with rage, anger

3. spit (crackle):

spit oil, sausage:
spit logs, fire:

IV. spit1 <forma in -ing ecc. spitting, παρελθ/μετ παρακειμ spat> [βρετ spɪt, αμερικ spɪt] ΡΉΜΑ απρόσ ρήμα

V. spit1 [βρετ spɪt, αμερικ spɪt]

I. spit2 [βρετ spɪt, αμερικ spɪt] ΟΥΣ

1. spit ΜΑΓΕΙΡ:

spiedo αρσ

2. spit ΓΕΩΛ:

II. spit2 <forma in -ing spitting, παρελθ, μετ παρακειμ spitted> [βρετ spɪt, αμερικ spɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

1. spit (put on a spit):

2. spit (pierce):

spit3 [βρετ spɪt, αμερικ spɪt] ΟΥΣ βρετ (spade depth)

spit-roast [βρετ ˈspɪtrəʊst, αμερικ ˈspɪtroʊst] ΡΉΜΑ μεταβ

spit out ΡΉΜΑ [spɪt -] (spit [sth] out, spit out [sth])

spit out blood, drink
sputare (into in; onto su, addosso a)
spit out μτφ phrase, word
spit it out! οικ

spit up ΡΉΜΑ [spɪt -] (spit [sth] up, spit up [sth])

spit up patient: blood
spit up αμερικ baby: milk, food

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

spat1 [spæt] ΡΉΜΑ

spat παρελθ, μετ παρακειμ of spit

spit [spɪt] ΟΥΣ

1. spit ΜΑΓΕΙΡ:

spiedo αρσ

2. spit (sandbar):

banco αρσ di sabbia

I. spit1 [spɪt] ΟΥΣ οικ

saliva θηλ

II. spit1 <spat, spat> [spɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. spit (expel saliva):

2. spit (crackle):

III. spit1 [spɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

I. spat2 [spæt] ΟΥΣ οικ (quarrel)

spat

II. spat2 <-tt-> [spæt] ΡΉΜΑ αμετάβ (quarrel)

spat

spit [spɪt] ΟΥΣ

1. spit ΜΑΓΕΙΡ:

spiedo αρσ

2. spit (sandbar):

banco αρσ di sabbia

I. spit1 [spɪt] ΟΥΣ οικ

saliva θηλ

II. spit1 <spat, spat> [spɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. spit (expel saliva):

2. spit (crackle):

III. spit1 [spɪt] ΡΉΜΑ μεταβ

spit out ΡΉΜΑ μεταβ

1. spit out (expel from mouth):

2. spit out (say angrily):

spit it out! οικ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
sputa l'osso! μτφ οικ
Present
Ispat
youspat
he/she/itspats
wespat
youspat
theyspat
Past
Ispatted
youspatted
he/she/itspatted
wespatted
youspatted
theyspatted
Present Perfect
Ihavespatted
youhavespatted
he/she/ithasspatted
wehavespatted
youhavespatted
theyhavespatted
Past Perfect
Ihadspatted
youhadspatted
he/she/ithadspatted
wehadspatted
youhadspatted
theyhadspatted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

I imagined the performance, she, the loved, quietly pleased as he spat out elevated rhymes exulting in her beauty.
musicfeeds.com.au
Subsequent loss of spat from the dropper ropes is typically high, generally over 50% and as high as 95%.
en.wikipedia.org
He wanted to spit, but was unable to find a spittoon, so spat upwards.
en.wikipedia.org
She showed it what she had done, and it spat the piece back out; the knight used the water of life to restore it.
en.wikipedia.org
Sputum may be swallowed or spat out, depending often on social and cultural factors.
en.wikipedia.org