Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

fraulicher
Jugendherberge

στο λεξικό PONS

ˈyouth hos·tel ΟΥΣ

Jugendherberge θηλ <-, -n>
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

hos·tel [ˈhɒstəl, αμερικ ˈhɑ:-] ΟΥΣ

1. hostel ΤΟΥΡΙΣΜ:

Herberge θηλ <-, -n> παρωχ
Jugendherberge θηλ <-, -n>

2. hostel ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ:

Wohnheim ουδ <-(e)s, -e>
hostel βρετ
Obdachlosenheim ουδ <-(e)s, -e>
hostel βρετ
Obdachlosenasyl ουδ <-s, -e>
Studentenwohnheim ουδ <-(e)s, -e>

I. youth [ju:θ] ΟΥΣ

1. youth no pl (period when young):

Jugend θηλ <->

2. youth no pl (being young):

3. youth (young man):

junger Mann αρσ
Jugendliche(r) αρσ <-n, -n; -n, -n>
ein Grünschnabel αρσ οικ

4. youth (young people):

II. youth [ju:θ] ΟΥΣ modifier

youth (club, crime, group, movement, orchestra, organization, team, unemployment):

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In 1938, a youth hostel was housed in a new building adjacent to the castle.
en.wikipedia.org
It has also been a prison, a school and a private house, but today it is a youth hostel.
en.wikipedia.org
There is also a large car park, an information centre, several outdoors shops and a youth hostel.
en.wikipedia.org
In 1962, the centre was refurbished and a youth hostel opened on site as well as facilities for teaching work-related skills such as mechanical engineering.
en.wikipedia.org
She has been operating as a youth hostel since 1949.
en.wikipedia.org