Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Gentleman
Essig

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

vin·egar [ˈvɪnɪgəʳ, αμερικ -əgɚ] ΟΥΣ no pl

1. vinegar ΜΑΓΕΙΡ:

vinegar
Essig αρσ <-s, -e>

2. vinegar μτφ (of behaviour):

vinegar

ˈwhite vin·egar ΟΥΣ αμερικ (spirit vinegar)

white vinegar
Branntweinessig αρσ
white vinegar

bal·sam·ic ˈvin·egar ΟΥΣ no pl

balsamic vinegar
balsamic vinegar
Balsamessig αρσ <-s, -e>

moth·er of ˈvin·egar ΟΥΣ

mother of vinegar
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
seasoned vinegar
herb vinegar
spirit vinegar
cider vinegar
sherry vinegar
balsamic vinegar
fruit vinegar

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

vinegar chicken

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The fish are served with some peppermint, oil, vinegar and garlic.
en.wikipedia.org
This variant is normally a thick slice of potato, dipped in batter and fried, with no additional flavouring added except salt and vinegar.
en.wikipedia.org
The salad is mixed, soaked in vinegar, sugar, "ti" garlic, "t" pepper, and seasoned with salt.
en.wikipedia.org
These stains can be removed with the application of vinegar or a mild bleach.
en.wikipedia.org
It is often bought bottled, or prepared by mixing oil and vinegar with a packaged flavoring mix consisting of dehydrated vegetables and herbs.
en.wikipedia.org