Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Lakes
Cucumbers

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Gur·ke <-, -n> [ˈgʊrkə] ΟΥΣ θηλ

1. Gurke (Frucht):

eingelegte [o. saure] Gurken

2. Gurke (Pflanze):

3. Gurke χιουμ οικ (Nase):

conk βρετ χιουμ οικ
hooter βρετ χιουμ οικ

4. Gurke αργκ (Penis):

knob βρετ αργκ
dick αργκ

Sau·re-Gur·ken-Zeit, Sau·re·gur·ken·zeit [zaurəˈgʊrkn̩tsait] ΟΥΣ θηλ οικ

Saure-Gurken-Zeit
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Gurke θηλ <-, -n>

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

Gurken-Tomaten-Salat ΟΥΣ αρσ ΜΑΓΕΙΡ

Gurken-Tomaten-Salat

Gurke geschmort ΟΥΣ θηλ ΜΑΓΕΙΡ

Gurke gefüllt ΟΥΣ θηλ ΜΑΓΕΙΡ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Gefrühstückt wird meist Brot, Tee, Wurst, Weißkäse und Käse sowie frische Gurken, Tomaten und Zwiebeln, sonntags ergänzt mit Rührei.
de.wikipedia.org
Als Gegenleistung dafür bemühte er sich um die Abmilderung des für jüdische Händler geltenden Verbotes, Kleidung, eingelegte Gurken oder Fisch auf den Straßen zu verkaufen.
de.wikipedia.org
Es wird an einer Seite geöffnet und mit frittierten Auberginenscheiben, israelischem Salat aus fein geschnittenen Gurken und Tomaten, Petersilie, Essig- oder Salzgurken und hart gekochtem Ei gefüllt.
de.wikipedia.org
Ursprünglich wurden die Gurken fassweise verkauft und transportiert.
de.wikipedia.org
Die Gurken werden eingeritzt oder mit einer Gabel eingestochen und anschließend in gereinigte große Gläser, Steintöpfe oder auch ausgeschwefelte Holzfässer geschichtet.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "Gurken" σε άλλες γλώσσες

"Gurken" στα γερμανικά μονόγλωσσα λεξικά