Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

metermaß
Skelette

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. skel·eton [ˈskelɪtən] ΟΥΣ

1. skeleton (bones):

Skelett ουδ <-(e)s, -e>

2. skeleton μτφ (thin person):

3. skeleton (framework):

skeleton of a boat, plane
Gerippe ουδ <-s, -> μτφ
skeleton of a building
Skelett ουδ <-(e)s, -e> μτφ

4. skeleton (outline sketch):

skeleton of a book, report
Entwurf αρσ <-(e)s, -wür·fe>

5. skeleton ΑΘΛ (type of bobsledding):

Skeleton[sport] αρσ

ιδιωτισμοί:

to have skeletons in the cupboard [or αμερικ also closet]

II. skel·eton [ˈskelɪtən] ΡΉΜΑ αμετάβ ΑΘΛ

skel·eton ˈstaff ΟΥΣ (minimal number of people necessary)

Rumpfbelegschaft θηλ <-, -en>

skel·eton ˈkey ΟΥΣ

skel·eton ˈform ΟΥΣ

skel·eton ˈser·vice ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

skeleton staff ΟΥΣ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

skeleton order ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

human skeleton ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It meant bringing their financial skeletons out of the closet to bone up on cost-cutting and cash-raising measures.
www.thestar.com
Silicon in the form of silicon dioxide is used by diatoms and sea sponges to form their cell walls and skeletons.
en.wikipedia.org
New body parts may be obtained and equipped by examining bone piles or fragmentary skeletons scattered throughout the landscape.
en.wikipedia.org
Then night falls and monsters rise: dead-eyed zombies, skeletons, and camouflaged creepers that pursue you with terrifying single-mindedness.
www.newyorker.com
Their true forms -- immortal skeletons -- can only be seen in moonlight.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "skeletons" σε άλλες γλώσσες