Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Abs.
veine

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

vein [βρετ veɪn, αμερικ veɪn] ΟΥΣ

1. vein (blood vessel):

vein
veine θηλ

2. vein (on insect wing, leaf):

vein
nervure θηλ

3. vein (thread of colour):

vein (in marble)
veine θηλ
vein (in cheese)
veinure θηλ

4. vein (of ore):

vein
veine θηλ
to work a vein

5. vein (theme):

vein
veine θηλ

deep-vein thrombosis, DVT ΟΥΣ ΙΑΤΡ

phlébite θηλ
metacarpal ligament, vein
ophthalmic nerve, vein
pulsating heart, vein
skin/vein graft
bulging cheek, stomach, vein
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
thread vein
varicose vein, varix ειδικ ορολ
vein
vein
vein
in the same vein
jugular vein
portal vein

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

vein [veɪn] ΟΥΣ

1. vein (blood vessel) a. ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ:

vein
veine θηλ

2. vein (for plant sap):

vein
nervure θηλ

3. vein (style):

vein
veine θηλ

4. vein (frame of mind):

vein
humeur θηλ
Καταχώριση OpenDict

vein ΟΥΣ

in the same vein
in a jocular vein
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
vein
vein
vein
vein
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

vein [veɪn] ΟΥΣ

1. vein (blood vessel) a. ΜΕΤΑΛΛΕΥΤ:

vein
veine θηλ

2. vein (for plant sap):

vein
nervure θηλ

3. vein (style):

vein
veine θηλ

4. vein (frame of mind):

vein
humeur θηλ
in a jocular vein
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
vein
vein
vein
vein

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The hindwings are hyaline with white veins, but black beyond the cell.
en.wikipedia.org
The yellowish veins and midrib are prominent on the leaf.
en.wikipedia.org
At the end of the cell, the lower of these lines divides into several, following the apical veins.
en.wikipedia.org
The new vein of work was characterized by sweeping roller-paint graffiti laced with positive and witty messages.
en.wikipedia.org
They have a central vein with up to 18 pairs of side veins.
en.wikipedia.org