Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: ordonnancer , ordonnance και ordonnateur

ordonnancer [ɔʀdɔnɑ͂se] ΡΉΜΑ μεταβ (donner l'ordre de payer)

ordonnateur (-trice) [ɔʀdɔnatœʀ, -tʀis] ΟΥΣ αρσ, θηλ

1. ordonnateur (organisateur):

ordonnateur (-trice)
Organisator(in) αρσ (θηλ)

2. ordonnateur ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

ordonnateur (-trice)
Anweisungsberechtigte(r) θηλ(αρσ)

II . ordonnateur (-trice) [ɔʀdɔnatœʀ, -tʀis]

Leichenbestatter(in) αρσ (θηλ)

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina