Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lappétit
loving
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. lie·be·voll ΕΠΊΘ

liebevoll

II. lie·be·voll ΕΠΊΡΡ

1. liebevoll (zärtlich):

liebevoll

2. liebevoll (mit besonderer Sorgfalt):

liebevoll
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
liebevoll
liebevoll
liebevoll
liebevoll
fond smile
liebevoll
liebevoll
to coo over sb/sth
liebevoll über jdn/etw sprechen
liebevoll
liebevoll

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Das Verhältnis zu den Kindern war gütig und liebevoll.
de.wikipedia.org
Trotz der harten Fassade ist sie eine liebevolle Mutter, deren rücksichtsloses Verhalten jedoch zu psychischen Verfehlungen bei ihrer Tochter geführt haben.
de.wikipedia.org
Sie sind manchmal in liebevoller Einzelarbeit von den Anwohnern aus unterschiedlichsten Materialien (Naturholz, Stein, Wellblech) gestaltet.
de.wikipedia.org
Diminutive sind im Italienischen sehr gebräuchlich, besonders als Kosenamen und liebevoll, aber auch scherzhaft oder ironisch.
de.wikipedia.org
Während sich die anderen unterhalten, beobachtet die Frau vom Sofa aus, wie liebevoll sich ihr Mann dem Mädchen gegenüber verhält.
de.wikipedia.org