Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Chicana
conventional

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. konventionell [kɔnvɛntsi̯oˈnɛl] ΕΠΊΘ

1. konventionell τυπικ (dem Durchschnitt entsprechend):

konventionelle Arbeitsgebiete
konventionelle Arbeitsgebiete

2. konventionell ΣΤΡΑΤ:

II. konventionell [kɔnvɛntsi̯oˈnɛl] ΕΠΊΡΡ

1. konventionell τυπικ (in althergebrachter Weise):

2. konventionell ΣΤΡΑΤ:

die atomare [o. nukleare]/konventionelle Aufrüstung
die atomare [o. nukleare]/konventionelle Aufrüstung
die atomare [o. nukleare]/konventionelle Aufrüstung ΤΕΧΝΟΛ, Η/Υ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
konventionell τυπικ
konventionell ειδικ ορολ
konventionelle Kriegsführung/Waffen
conventionally dress, behave
non-nuclear arms, energy
konventionelle Mode

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

konventionelle Schuld phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

konventionelle Schuld

konventionelle Anleihe phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

konventionelle Anleihe
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
konventionelle Schuld θηλ
konventionelle Anleihe θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Konventionelle Standleitungen haben nicht die Möglichkeit der zeitbasierten Abrechnung und werden üblicherweise mit Volumentarifen vertrieben.
de.wikipedia.org
Dies ist ein Rätsel, das konventionelle Finanzmodelle bislang nicht lösen konnten.
de.wikipedia.org
Diese Frage betrifft aber nicht nur konventionelle, sondern auch Anlagen auf Basis erneuerbarer Energien, wie beispielsweise Biogasanlagen.
de.wikipedia.org
Anfangs weist die Geliebte den Sprecher zurück, der sich auf konventionelle Weise über ihre Grausamkeit beklagt, bis er schließlich von ihr erhört wird.
de.wikipedia.org
Es werden nicht länger konventionelle Jagdbilder oder topische Seefahrtsallegorien mit großer Detailfreude entfaltet; stattdessen findet sich eine äußerst weitgehende Verdichtung, die auf Dunkelheit oder Rätselhaftigkeit ausgerichtet ist.
de.wikipedia.org