στο λεξικό PONS
I. konventionell [kɔnvɛntsi̯oˈnɛl] ΕΠΊΘ
1. konventionell τυπικ (dem Durchschnitt entsprechend):
- konventionelle Arbeitsgebiete
-
- konventionelle Arbeitsgebiete
-
2. konventionell ΣΤΡΑΤ:
II. konventionell [kɔnvɛntsi̯oˈnɛl] ΕΠΊΡΡ
1. konventionell τυπικ (in althergebrachter Weise):
2. konventionell ΣΤΡΑΤ:
- die atomare [o. nukleare]/konventionelle Aufrüstung
-
- die atomare [o. nukleare]/konventionelle Aufrüstung ΤΕΧΝΟΛ, Η/Υ
-
-
- konventionell τυπικ
-
- konventionell ειδικ ορολ
-
- konventionelle Kriegsführung/Waffen
- conventionally dress, behave
-
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- die atomare [o. nukleare]/konventionelle Aufrüstung
- die atomare [o. nukleare]/konventionelle Aufrüstung ΤΕΧΝΟΛ, Η/Υ
- konventionelle Arbeitsgebiete
- konventionelle Arbeitsgebiete