Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lautista
Urban

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. urbain (urbaine) [yʀbɛ̃, ɛn] ΕΠΊΘ

1. urbain (de la ville):

urbain (urbaine) milieu, transport, tissu
vie urbaine

2. urbain (civil) τυπικ:

urbain (urbaine) personne

II. urbaine ΟΥΣ θηλ

urbaine θηλ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ:

urbaine
guérilla urbaine
friche urbaine
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
dégradation θηλ urbaine
rénovation θηλ urbaine
guérilla θηλ urbaine

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

urbain(e) [yʀbɛ̃, ɛn] ΕΠΊΘ

urban subway system αμερικ
agressé par la vie urbaine
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
légende θηλ urbaine
agglomération θηλ urbaine
bus αρσ urbain
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

urbain(e) [yʀbɛ͂, ɛn] ΕΠΊΘ

agressé par la vie urbaine
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
dégradation θηλ urbaine
légende θηλ urbaine
bus αρσ urbain

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

rénovation urbaine
zone franche urbaine
zone urbaine sensible

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "urbaine" σε άλλες γλώσσες