Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Führerscheinbesitzers
brass

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. cuivre [kɥivʀ] ΟΥΣ αρσ (métal)

II. cuivres ΟΥΣ αρσ πλ

1. cuivres (objets):

cuivres (en cuivre rouge)
cuivres (en cuivre jaune)

2. cuivres ΜΟΥΣ:

les cuivres
the brass ενικ
ensemble de cuivres

I. cuivré (cuivrée) [kɥivʀe] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

cuivré → cuivrer

II. cuivré (cuivrée) [kɥivʀe] ΕΠΊΘ

1. cuivré peau:

cuivré (cuivrée)
copper-coloured βρετ
cuivré (cuivrée) (par le soleil)

2. cuivré voix:

cuivré (cuivrée)

cuivrer [kɥivʀe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cuivrer (bronzer):

cuivrer peau

2. cuivrer ΤΕΧΝΟΛ:

cuivrer métal

cuivrer [kɥivʀe] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cuivrer (bronzer):

cuivrer peau

2. cuivrer ΤΕΧΝΟΛ:

cuivrer métal
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
cuivres αρσ πλ
orchestre αρσ de cuivres
cuivre αρσ
copper-coloured leaf, lipstick, metal
cuivre αρσ jaune
brass προσδιορ button, candlestick, plaque
cuivres αρσ πλ
cuivres αρσ πλ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

cuivre [kɥivʀ] ΟΥΣ αρσ

1. cuivre (métal et ustensiles):

2. cuivre πλ ΜΟΥΣ:

les cuivres

cuivré(e) [kɥivʀe] ΕΠΊΘ

1. cuivré (rougeâtre):

2. cuivré (sonore):

ravoir qc casserole, cuivres, vêtements
orchestre de cuivres
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
cuivres mpl
les cuivres mpl
cuivre αρσ
cuivre αρσ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

cuivre [kʏivʀ] ΟΥΣ αρσ

1. cuivre (métal et ustensiles):

2. cuivre πλ ΜΟΥΣ:

les cuivres

cuivré(e) [kʏivʀe] ΕΠΊΘ

1. cuivré (rougeâtre):

2. cuivré (sonore):

ravoir qc casserole, cuivres, vêtements
orchestre de cuivres
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
cuivres mpl
les cuivres mpl
cuivre αρσ
cuivre αρσ

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

tube de cuivre

tube en cuivre

Présent
jecuivre
tucuivres
il/elle/oncuivre
nouscuivrons
vouscuivrez
ils/ellescuivrent
Imparfait
jecuivrais
tucuivrais
il/elle/oncuivrait
nouscuivrions
vouscuivriez
ils/ellescuivraient
Passé simple
jecuivrai
tucuivras
il/elle/oncuivra
nouscuivrâmes
vouscuivrâtes
ils/ellescuivrèrent
Futur simple
jecuivrerai
tucuivreras
il/elle/oncuivrera
nouscuivrerons
vouscuivrerez
ils/ellescuivreront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Typiquement, la musique s'organise de la façon suivante : d'abord les tambours derrière le tambour-major, puis les fifres, et enfin les cuivres et les grosses caisses.
fr.wikipedia.org
Le rythme devient de plus en plus impétueux, avec une puissance sonore croissante due particulièrement aux cuivres.
fr.wikipedia.org
Sur le piano est déposé un instrument à vent de la famille des cuivres, possiblement un cor ou un bugle, dont on distingue la bouche.
fr.wikipedia.org
Pendant la journée c'est l'entretien avec la peinture et le nettoyage des cuivres, puis les impondérables, réglage et réparation du moteur, des portes et vitres détruites par la dernière tempête.
fr.wikipedia.org
Pendant plus de quarante ans, il adapte les grands succès de la chanson ou du cinéma pour les cordes et cuivres de son orchestre.
fr.wikipedia.org