Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Auswerfen
apreciado, -a

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

esteemed [ɪˈstiːmd] ΕΠΊΘ τυπικ or χιουμ

esteemed
estimado τυπικ

I. esteem [αμερικ əˈstim, βρετ ɪˈstiːm, ɛˈstiːm] ΟΥΣ U

estima θηλ
aprecio αρσ

II. esteem [αμερικ əˈstim, βρετ ɪˈstiːm, ɛˈstiːm] ΡΉΜΑ μεταβ τυπικ

1. esteem (regard highly):

esteem person
tener en gran estima τυπικ
esteem person
esteem person
esteem quality
esteem quality

2. esteem (consider):

estimar τυπικ

self-esteem [αμερικ ˈˌsɛlf əˈstim, βρετ ˌsɛlfɛˈstiːm] ΟΥΣ U

autoestima θηλ
amor αρσ propio
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
estimable persona
esteemed τυπικ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

esteemed ΕΠΊΘ

esteemed
esteemed
highly esteemed

I. esteem [ɪˈsti:m] ΟΥΣ χωρίς πλ

estima θηλ

II. esteem [ɪˈsti:m] ΡΉΜΑ μεταβ

1. esteem (respect):

2. esteem (consider):

self-esteem ΟΥΣ χωρίς πλ

amor αρσ propio
Καταχώριση OpenDict

self-esteem ΟΥΣ

autoestima θηλ
low self-esteem
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

esteemed ΕΠΊΘ

esteemed
esteemed
highly esteemed

I. esteem ·ˈstim] ΟΥΣ

estima θηλ

II. esteem ·ˈstim] ΡΉΜΑ μεταβ

1. esteem (respect):

2. esteem (consider):

self-esteem ΟΥΣ

amor αρσ propio
low self-esteem
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Iesteem
youesteem
he/she/itesteems
weesteem
youesteem
theyesteem
Past
Iesteemed
youesteemed
he/she/itesteemed
weesteemed
youesteemed
theyesteemed
Present Perfect
Ihaveesteemed
youhaveesteemed
he/she/ithasesteemed
wehaveesteemed
youhaveesteemed
theyhaveesteemed
Past Perfect
Ihadesteemed
youhadesteemed
he/she/ithadesteemed
wehadesteemed
youhadesteemed
theyhadesteemed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Moody is an esteemed but erratic writer who frequently becomes embroiled in bizarre, and in some cases, scandalous situations.
en.wikipedia.org
When a child is valued and esteemed, it increases his chances a hundredfold to be successful in life.
www.charismanews.com
The little money he earned was from drawing portraits, particularly death-bed sketches, greatly esteemed by country folk before photography.
en.wikipedia.org
The father gestures deferentially while a maid dutifully fetches a chair for this esteemed visitor.
en.wikipedia.org
Backed by 3 replacement cushion pads, the cutting edge eyelash curler is bustling with a stellar 4.9 stars rating on the esteemed online retail portal.
www.digitaljournal.com

Αναζήτηση "esteemed" σε άλλες γλώσσες