Oxford Spanish Dictionary
officer [αμερικ ˈɔfəsər, ˈɑfəsər, βρετ ˈɒfɪsə] ΟΥΣ
1. officer:
2. officer:
3. officer (official):
environmental [αμερικ ɪnˌvaɪrənˈmɛn(t)l, βρετ ɪnvʌɪrənˈmɛnt(ə)l, ɛnvʌɪrənˈmɛnt(ə)l] ΕΠΊΘ
1. environmental ΟΙΚΟΛ:
- environmental factor
-
- environmental factor
-
- environmental expert
-
- environmental expert
-
- environmental damage
-
- environmental damage
-
2. environmental (of surroundings):
health [αμερικ hɛlθ, βρετ hɛlθ] ΟΥΣ U
1. health (physical condition):
στο λεξικό PONS
officer [ˈɒfɪsəʳ, αμερικ ˈɑ:fɪsɚ] ΟΥΣ
3. officer:
4. officer (official):
environmental [ɪnˌvaɪərənˈmentl, αμερικ enˌvaɪrənˈment̬l] ΕΠΊΘ
officer [ˈɔ·fɪ·sər] ΟΥΣ
3. officer:
4. officer (official):
environmental [en·ˌvaɪ·ərn·ˈmen·təl] ΕΠΊΘ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- envelop
- envelope
- enviable
- envious
- enviously
- Environmental Health Officer
- environmentalism
- environmentalist
- environmentally
- environmentally-friendly
- Environmental Protection Agency