Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

gewalt
Tonne

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ton <pl - [or -s]> [tʌn] ΟΥΣ

1. ton (unit of measurement):

ton
Tonne θηλ <-, -n>
long ton
1016,05 kg
short ton
907,185 kg

2. ton μτφ οικ:

a ton[or tons] of sth how many cars does he have? — tons
to weigh a ton

ιδιωτισμοί:

to do a ton esp βρετ οικ
mit 160 Sachen fahren οικ παρωχ
Καταχώριση OpenDict

ton ΟΥΣ

tons of ... οικ
Tonnen von ... οικ
Καταχώριση OpenDict

ton ΟΥΣ

short ton ΤΕΧΝΟΛ

met·ric ˈton ΟΥΣ

metric ton

gross ˈton ΟΥΣ

gross ton
Bruttoregistertonne θηλ <-, -n>

short ˈton ΟΥΣ esp αμερικ

short ton

ton-up [ˈtʌnʊp] ΕΠΊΘ βρετ οικ

ton-up

long ˈton ΟΥΣ

long ton
[englische] Tonne (1016,05 kg)
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
ton

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

turnover number (TON) ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In 2009, the field produced through 41 oil wells 1.181 million tons of oil, equal to.
en.wikipedia.org
The total capture of fish was at 3,191,068 tons in 2005.
en.wikipedia.org
A master of 1,600 ton vessels can, under certain circumstances, begin the application process for an unlimited third mate's license.
en.wikipedia.org
The state ended up collecting only 18.5 million tons in grain.
en.wikipedia.org
Production in 1845 was about 200 tons per week.
en.wikipedia.org