Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

loriginal
Abonnenten

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

sub·scrib·er [səbˈskraɪbəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. subscriber (regular payer):

subscriber newspaper, magazine
Abonnent(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
subscriber TV channels
Gebührenentrichter(in) αρσ (θηλ) τυπικ
Zeitschriftenabonnent(in) αρσ (θηλ)

2. subscriber τυπικ (signatory):

Unterzeichnete(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>
Unterzeichner(in) αρσ (θηλ)

3. subscriber (to a fund):

Spender(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

4. subscriber (to an opinion):

Befürworter(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

5. subscriber (paying for service):

Kunde(Kundin) αρσ (θηλ) <-n, -n; -, -nen>

6. subscriber ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ (of shares):

Zeichner(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

7. subscriber Η/Υ:

Teilnehmer(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

sub·scrib·er trunk ˈdial·ling ΟΥΣ, STD ΟΥΣ βρετ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Besteller(in) Zeitung
Bezieher(in) ΜΜΕ (Abonnent)

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

subscriber ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Zeichner αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Subscribers will have a technician install the dish for them, and the longest part of the process is fixing the dish and routing the data cable.
www.techradar.com
In many countries, the number of mobile phone subscribers has bypassed the number of fixed-line telephones; this is particularly true in developing countries.
en.wikipedia.org
The number of subscribers has increased from 3,000 in 2002 to almost two million in 2013.
en.wikipedia.org
A single optical fibre can also be shared between multiple subscribers in fibre to the cabinet systems.
en.wikipedia.org
Subscribers would receive a bonus in the form of an extra cutout or cartoon on the protective mailing cover.
en.wikipedia.org