Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ladempimento
Streifen

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

stripe [straɪp] ΟΥΣ

1. stripe (band):

stripe
Streifen αρσ <-s, ->

2. stripe ΣΤΡΑΤ (chevron):

stripe

3. stripe αμερικ (type):

stripe
Schlag αρσ <-(e)s, Schlä̱·ge>
of every stripe [or all stripes]
of every stripe [or all stripes] politican, government
of every stripe [or all stripes] politican, government

ˈcan·dy stripe ΟΥΣ

candy stripe
diagonal stripe
Schrägstreifen αρσ <-s, ->
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
ornamental stripe
decorative stripe
horizontal stripe
broad stripe
diagonal stripe
stripe
stripe
stripe

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

stripe ΥΠΟΔΟΜΉ, transport safety

stripe
stripe

centre stripe αμερικ ΥΠΟΔΟΜΉ, transport safety

centre stripe

broken stripe ΥΠΟΔΟΜΉ

broken stripe
broken stripe
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
stripe
centre stripe αμερικ
Leitlinie ΥΠΟΔΟΜΉ
stripe
broken stripe
unterbrochene Leitlinie ΥΠΟΔΟΜΉ
broken stripe

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Each degree after takes the amount of years based on the number of stripes.
en.wikipedia.org
There are two black stripes, irregularly extended from the fold towards the costa near the base and first quarter.
en.wikipedia.org
Vibe stripes are stripes on a tractor that begin as a thin stripe and gradually become thicker.
en.wikipedia.org
Trousers were forest green with 1 black stripe.
en.wikipedia.org
The area below the subdorsal stripe is green.
en.wikipedia.org