Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

præsidium
Atomreaktor

στο λεξικό PONS

nu·clear re·ˈac·tor ΟΥΣ

Atomreaktor αρσ <-s, -en>
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Kernreaktor αρσ <-s, -en>
to go critical ΦΥΣ nuclear reactor
kritisch werden ειδικ ορολ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

re·ac·tor [riˈæktəʳ, αμερικ -tɚ] ΟΥΣ

1. reactor (sb or sth that reacts):

2. reactor ΠΥΡΗΝ ΦΥΣ:

Reaktor αρσ <-s, -to̱·ren>
Kernreaktor αρσ <-s, -en>
reactor accident ΠΥΡΗΝ ΦΥΣ

3. reactor ΧΗΜ:

4. reactor ΙΑΤΡ:

5. reactor ΗΛΕΚ:

Induktor αρσ <-s, -en>

nu·clear [ˈnju:kliəʳ, αμερικ ˈnu:kliɚ, ˈnju:-] ΕΠΊΘ αμετάβλ

1. nuclear (of energy):

2. nuclear ΣΤΡΑΤ:

3. nuclear ΠΥΡΗΝ ΦΥΣ:

4. nuclear (freak out):

ausrasten οικ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The attack was the first on a nuclear reactor and only the third on a nuclear facility in history.
en.wikipedia.org
During the first month of flight, the probe's main structures would be deployed, the nuclear reactor activated, and the thrusters tested.
en.wikipedia.org
After zirconium was chosen as material for nuclear reactor programs in the 1940s, a separation method had to be developed.
en.wikipedia.org
It is commonly used in nuclear reactor engineering as a unit of reactivity.
en.wikipedia.org
The spent fuel is primarily composed of uranium, most of which has not been consumed or transmuted in the nuclear reactor.
en.wikipedia.org