Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

limproviste
[innere] Unruhen

στο λεξικό PONS

civ·il ˈstrife ΟΥΣ ΝΟΜ, ΠΟΛΙΤ

στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

strife [straɪf] ΟΥΣ no pl

Streit αρσ <-(e)s, -e>
Zwist αρσ <-(e)s, -e> τυπικ
Konflikt αρσ <-s, -e>

civ·il [ˈsɪvəl] ΕΠΊΘ

1. civil προσδιορ, αμετάβλ:

2. civil (courteous):

3. civil προσδιορ, αμετάβλ (private rights):

Zivilprozess αρσ <-es, -e>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The latter years of his rule however were marked by civil strife.
en.wikipedia.org
In addition to the continuing civil strife, the country suffered from widespread poverty, drought, a devastated infrastructure, and ubiquitous use of landmines.
en.wikipedia.org
However, the conflict did not grow into civil strife.
en.wikipedia.org
During the 1990s and until 2008, the country was in civil strife.
en.wikipedia.org
The country's unstable history was one of invasion, colonization, and civil strife.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "civil strife" σε άλλες γλώσσες