Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Amber
Bernstein

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. am·ber [ˈæmbəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. amber no pl (fossil):

amber
Bernstein αρσ
preserved in amber

2. amber no pl βρετ:

amber (colour)
amber (traffic light)
Gelb ουδ <-s, ->

II. am·ber [ˈæmbəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ modifier

amber (necklace):

amber

III. am·ber [ˈæmbəʳ, αμερικ -ɚ] ΕΠΊΘ

amber

am·ber ˈnec·tar ΟΥΣ βρετ, αυστραλ χιουμ (beer)

amber nectar
flüssiges Brot χιουμ

Am·ber Aˈlert ΟΥΣ αμερικ

Amber Alert
Καταχώριση OpenDict

amber warning ΟΥΣ

amber warning βρετ
amber-coloured
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
amber[-coloured [or αμερικ -ored]]
amber seed
amber necklace
amber
amber

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

amber snail ΟΥΣ

amber snail

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

amber light ΥΠΟΔΟΜΉ

amber light
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
gelbes Blinklicht ΥΠΟΔΟΜΉ
gelbes Licht ΥΠΟΔΟΜΉ
amber light
gelbes Blinklicht ΥΠΟΔΟΜΉ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Some 4,500 amber pieces in the museum are used for artwork and jewelry.
en.wikipedia.org
It often has inclusions and is sometimes sold as young amber.
en.wikipedia.org
This property would increase the chances of a mushroom becoming entombed in amber.
en.wikipedia.org
The authors chose this as a reference to the unalterable nature of organisms trapped in amber.
en.wikipedia.org
Both cerci the joint of one hind leg and the ovipositor are incomplete, having been removed during shaping and polishing of the amber specimen.
en.wikipedia.org