Μεταφράσεις για „μ“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

1. μέτρο (πρότυπο σύγκρισης, βαθμός, μήκος, πλάτος, βάθος):

4. μέτρο (ενέργεια):

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文