Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

laumento
slavery

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

schiavitù <πλ schiavitù> [skjaviˈtu] ΟΥΣ θηλ

1. schiavitù:

schiavitù
schiavitù
schiavitù
ridurre in schiavitù individuo, gruppo
nato in schiavitù
tenere un popolo in schiavitù
abolire la schiavitù
è schiavitù di fatto

2. schiavitù μτφ:

schiavitù
schiavitù
la schiavitù della droga
emancipare qn dalla schiavitù
redimere un popolo dalla schiavitù
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
schiavitù θηλ also μτφ
schiavitù θηλ
schiavitù θηλ
slavery to fashion, convention, passion
schiavitù di
nato in schiavitù
schiavitù θηλ also μτφ
è schiavitù di fatto

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

schiavitù <-> [skia·vi·ˈtu] ΟΥΣ θηλ a. μτφ

schiavitù
ridurre in schiavitù
affrancarsi dalla schiavitù
μτφ affrancarsi dalla schiavitù di qc (fumo, droga, gioco)
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
schiavitù θηλ
schiavitù θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Fu il più emblematico dei quilombo e il suo mito si trasformò in moderno simbolo della resistenza degli africani alla schiavitù.
it.wikipedia.org
Queste persone furono formalmente emancipate dalla schiavitù, anche se il loro status economico rimase modesto.
it.wikipedia.org
Preferisce la morte alla schiavitù di un amore che non esiste più da molto tempo.
it.wikipedia.org
Eva invece, una squillo d'alto bordo, farà perdere la testa all'uomo sino a ridurlo ad uno stato di schiavitù.
it.wikipedia.org
Nelle colonie spagnole, inoltre, dal 1512 la legislazione tutelava dalla schiavitù i nativi americani.
it.wikipedia.org