Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Irish
rabbits

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

coniglio <πλ conigli> [koˈniʎʎo] ΟΥΣ αρσ

1. coniglio (animale, carne):

2. coniglio (pelliccia):

3. coniglio (vigliacco):

coniglio μτφ

ιδιωτισμοί:

cottontail αμερικ
una figliata di conigli
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
pieno di conigli
coniglio αρσ
coniglio αρσ
rabbit stew, pie
andare a caccia di conigli
coniglio αρσ
coniglio αρσ
coniglio αρσ
coniglio αρσ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

coniglio <-gli> [ko·ˈniʎ·ʎo] ΟΥΣ αρσ

1. coniglio ΖΩΟΛ:

2. coniglio μτφ (persona paurosa):

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
coniglio(-a) αρσ (θηλ)
dar la caccia ai conigli
coniglio αρσ
coniglio αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

La conigliera è una struttura destinata al ricovero e/o all'allevamento dei conigli.
it.wikipedia.org
I conigli non vengono uccisi e neanche tosati, ma amorevolmente pettinati per ricavare la lana d'angora per i filati.
it.wikipedia.org
L'aquila reale preda marmotte, lepri, fagianidi, corvidi, tartarughe, piccioni, conigli, giovani cerbiatti.
it.wikipedia.org
Gli emù consumavano e danneggiavano i raccolti, lasciando inoltre nelle recinzioni ampi fori, che permettevano ai conigli di entrare e causare ulteriori danni.
it.wikipedia.org
Studi eseguiti sui conigli hanno messo in luce che l'antibiotico penetra molto bene, raggiungendo concentrazioni elevate, nell'umor vitreo, nella cornea e nel cristallino.
it.wikipedia.org