Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

gewebte
Virgins

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

Vergini [ˈverdʒini] θηλ πλ

isole Vergini

I. vergine [ˈverdʒine] ΕΠΊΘ

1. vergine persona:

2. vergine (non utilizzato):

vergine cassetta, foglio
vergine dischetto, pellicola
vergine dischetto, pellicola

3. vergine (non esplorato):

vergine foresta, terra

4. vergine (puro):

II. vergine [ˈverdʒine] ΟΥΣ θηλ

I. Vergine [ˈverdʒine] ΟΥΣ θηλ ΘΡΗΣΚ

II. Vergine <πλ Vergine> [ˈverdʒine] ΟΥΣ θηλ ΑΣΤΡΟΛΟΓ

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
Isole Vergini
Isole θηλ πλ Vergini
vite θηλ vergine
vergine θηλ
virgin (man) σπάνιο
vergine αρσ
unexposed ΦΩΤΟΓΡ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. vergine [ˈver·dʒi·ne] ΟΥΣ θηλ

1. vergine (donna illibata):

2. vergine sing ΘΡΗΣΚ:

3. vergine sing ΑΣΤΡ:

II. vergine [ˈver·dʒi·ne] ΕΠΊΘ

1. vergine (illibato):

2. vergine (naturale):

terra [o terreno] vergine μτφ

3. vergine (non inciso: nastro, cassetta, dischetto):

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
Isole θηλ pl Vergini
Isole θηλ pl Vergini
vergine θηλ
terra θηλ vergine
Vergine θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

I protagonisti erano quasi sempre giovani nobili e fanciulle vergini vessate da aguzzini diabolici, spesso appartenenti al clero, aiutati da banditi senza scrupoli.
it.wikipedia.org
Proprio questa perdita di territori vergini ha avuto un impatto dirompente su tutte e tre le specie indiane.
it.wikipedia.org
Secondo lui, una monaca assassina, la dissacrazione delle tombe di alcune vergini e un'antica preparazione medioevale sono tutti eventi collegati tra loro.
it.wikipedia.org
Le vergini vengono deflorate con un fallo di legno, quindi addestrate da un omosessuale.
it.wikipedia.org
Mentre le stolte vanno a comprare l'olio dai rivenditori arriva lo sposo, e quindi entrano alla festa di nozze solamente le cinque vergini sagge.
it.wikipedia.org