στο λεξικό PONS
Un·ter·be·griff <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ
Ober·be·griff <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ
Über·be·griff ΟΥΣ αρσ
- Überbegriff ΓΛΩΣΣ
-
Über·be·griff ΟΥΣ αρσ (Oberbegriff)
Ehr·be·griff <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ kein πλ
Ele·men·tar·be·griff <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ
Be·griffs·ver·mö·gen <-s, ohne pl> ΟΥΣ ουδ
Kampf·be·griff ΟΥΣ αρσ
be·griff·lich ΕΠΊΘ προσδιορ
be·griffs·stut·zig ΕΠΊΘ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Finanzierungsbegriff ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Vermögensbegriff ΟΥΣ αρσ ΛΟΓΙΣΤ
Investitionsbegriff ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.