στο λεξικό PONS
Do·ku·men·tar(in) <-s, -e> [dokumɛnˈta:ɐ̯] ΟΥΣ αρσ(θηλ)
Do·ku·men·tar·fil·mer(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
- Dokumentarfilmer(in)
-
Do·ku·men·ten·map·pe <-, -n> ΟΥΣ θηλ
Do·ku·men·ta·ti·on <-, -en> [dokumɛntaˈtsi̯o:n] ΟΥΣ θηλ
1. Dokumentation (Sammlung von Nachweisen):
2. Dokumentation (Beschreibung):
3. Dokumentation τυπικ (Zeugnis):
Do·ku·ment·for·mat <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ Η/Υ
Do·ku·men·ten·prü·fung ΟΥΣ θηλ
Do·ku·men·ten·ak·kre·di·tiv <-s, -e> ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Do·ku·men·ten·in·kas·so <-s, -s [o. Österr -inkassi]> ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Do·ku·men·tar·film <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
dokumentieren ΡΉΜΑ μεταβ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
Dokumentwährung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Dokumenteninkasso ΟΥΣ ουδ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Dokumentenakkreditiv ΟΥΣ ουδ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Dokumentendepot ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Komptant-Geschäft ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Investmentgeschäft ΟΥΣ ουδ ΤΜΉΜ
Spot-Geschäft ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Outright-Geschäft ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Geschäftsverkehr ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ, ΔΗΜΟΣΚ, öffentlicher Verkehr
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.