I. sans [sɑ͂] ΠΡΌΘ
1. sans:
2. sans (avec un verbe):
sans-abri [sɑ͂zabʀi] ΟΥΣ αρσ αμετάβλ
- sans-abri
-
sans-culotte <sans-culottes> [sɑ͂kylɔt] ΟΥΣ αρσ ΙΣΤΟΡΊΑ
- sans-culotte
- Sansculotte αρσ
sans-emploi <sans-emplois> [sɑ͂zɑ͂plwa] ΟΥΣ αρσ
- sans-emploi
-
sans-façon <sans-façons> [sɑ͂fasɔ͂] ΟΥΣ αρσ
- sans-façon
- Ungezwungenheit θηλ
sans-fil <sans-fils> [sɑ͂fil] ΟΥΣ αρσ
- sans-fil
- Funktelefon ουδ
II. sans-gêne <sans-gênes> [sɑ͂ʒɛn] ΟΥΣ αρσ sans πλ
- sans-gêne
- Ungeniertheit θηλ
III. sans-gêne <sans-gênes> [sɑ͂ʒɛn] ΟΥΣ αρσ θηλ (personne désinvolte)
- sans-gêne
-
sans-grade <sans-grades> [sɑ͂gʀad] ΟΥΣ αρσ θηλ οικ
- sans-grade
-
sans-logis <πλ sans-logis> [sɑ͂lɔʒi] ΟΥΣ αρσ θηλ τυπικ
- sans-logis
-
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.