Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

DHondt
maschere

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

stocking mask [αμερικ ˈstɑkɪŋ mæsk] ΟΥΣ

I. mask [βρετ mɑːsk, αμερικ mæsk] ΟΥΣ

1. mask (for face):

maschera θηλ
maschera θηλ

2. mask (sculpture):

maschera θηλ

3. mask (cosmetic):

4. mask:

mask ΗΛΕΚΤΡΟΝ, Η/Υ
maschera θηλ

5. mask ΦΩΤΟΓΡ:

mascherina θηλ

6. mask ΘΈΑΤ:

maschera θηλ

II. mask [βρετ mɑːsk, αμερικ mæsk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. mask face:

2. mask μτφ:

mask emotions
mask truth
mask taste

3. mask ΟΙΚΟΝ:

mask losses

4. mask ΦΩΤΟΓΡ:

face mask [βρετ ˈfeɪsmɑːsk, αμερικ ˈfeɪsmæsk] ΟΥΣ (cosmetic)

maschera θηλ viso

death mask [βρετ, αμερικ ˈdɛθ ˈˌmæsk] ΟΥΣ

eye mask [ˈaɪmɑːsk, -mæsk] ΟΥΣ

1. eye mask (covering):

2. eye mask (cosmetic):

smog mask [ˈsmɒɡˌmɑːsk, -ˌmæsk] ΟΥΣ

ski mask [βρετ ˈskiː mɑːsk, αμερικ ˈski ˌmæsk] ΟΥΣ

gas mask [βρετ, αμερικ ˈɡæs ˌmæsk] ΟΥΣ

life mask [ˈlaɪfmɑːsk, -mæsk] ΟΥΣ ΤΈΧΝΗ

calco αρσ del viso
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. mask [mæsk] ΟΥΣ a. μτφ

maschera θηλ
mascherina θηλ

II. mask [mæsk] ΡΉΜΑ μεταβ

to mask sth with sth

ski mask ΟΥΣ

passamontagna αρσ αμετάβλ

oxygen mask ΟΥΣ

gas mask ΟΥΣ

mask out ΡΉΜΑ μεταβ ΦΩΤΟΓΡ, ΤΥΠΟΓΡ

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Imask
youmask
he/she/itmasks
wemask
youmask
theymask
Past
Imasked
youmasked
he/she/itmasked
wemasked
youmasked
theymasked
Present Perfect
Ihavemasked
youhavemasked
he/she/ithasmasked
wehavemasked
youhavemasked
theyhavemasked
Past Perfect
Ihadmasked
youhadmasked
he/she/ithadmasked
wehadmasked
youhadmasked
theyhadmasked

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The sweetness of fruit -- especially bananas and pineapple -- effectively masks the more bitter taste of even a cupful of greens, such as kale.
www.cleveland.com
He concluded that protective, long-sleeved clothing and masks enhance chances of survival when exposed to eruptive activity.
en.wikipedia.org
To do this, they used techniques such as synchronization, echo, ripple, physical theatre and the use of masks to aid them.
en.wikipedia.org
This contrasts with classless routing protocols that can use variable length subnet masks.
en.wikipedia.org
Urban explorers may use dust masks and respirators to alleviate this danger.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "masks" σε άλλες γλώσσες