Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Oui
a quadri

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

checkered

checkered → chequered

I. chequered, checkered [βρετ ˈtʃɛkəd, αμερικ ˈtʃɛkərd] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

chequered → chequer II

II. chequered, checkered [βρετ ˈtʃɛkəd, αμερικ ˈtʃɛkərd] ΕΠΊΘ

1. chequered (with pattern of squares):

2. chequered μτφ career, history:

I. chequered, checkered [βρετ ˈtʃɛkəd, αμερικ ˈtʃɛkərd] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

chequered → chequer II

II. chequered, checkered [βρετ ˈtʃɛkəd, αμερικ ˈtʃɛkərd] ΕΠΊΘ

1. chequered (with pattern of squares):

2. chequered μτφ career, history:

checker1 [βρετ ˈtʃɛkə, αμερικ ˈtʃɛkər] ΟΥΣ

1. checker (employee):

verificatore αρσ / verificatrice θηλ

2. checker αμερικ (cashier):

cassiere αρσ / cassiera θηλ

3. checker αμερικ (in fabric):

quadretto αρσ

4. checker αμερικ (attendant):

5. checker αμερικ ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ (piece):

pedina θηλ

checker2

checker → chequer

I. chequer, checker [βρετ ˈtʃɛkə, αμερικ ˈtʃɛkər] ΟΥΣ

1. chequer ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ:

pedina θηλ

2. chequer:

quadretto αρσ
scacchi αρσ πλ

II. chequer, checker [βρετ ˈtʃɛkə, αμερικ ˈtʃɛkər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. chequer (mark in checks):

2. chequer (diversify):

I. chequer, checker [βρετ ˈtʃɛkə, αμερικ ˈtʃɛkər] ΟΥΣ

1. chequer ΠΑΙΧΝΊΔΙΑ:

pedina θηλ

2. chequer:

quadretto αρσ
scacchi αρσ πλ

II. chequer, checker [βρετ ˈtʃɛkə, αμερικ ˈtʃɛkər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. chequer (mark in checks):

2. chequer (diversify):

virus checker [ˈvaɪərəsˌtʃekə(r)] ΟΥΣ

grammar checker [ˈɡræməˌtʃekə(r)] ΟΥΣ Η/Υ

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
quadrettato tessuto
checkered αμερικ
verificatore (verificatrice)

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

checkered [ˈtʃe·kɚd] ΕΠΊΘ

1. checkered (patterned with squares):

checkered

2. checkered (inconsistent):

checkered
to have a checkered past

spellchecker ΟΥΣ, spell checker ΟΥΣ Η/Υ

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In botany, the term tessellate describes a checkered pattern, for example on a flower petal, tree bark, or fruit.
en.wikipedia.org
It can be identified by its characteristic checkered wing pattern formed by the scales on the fore and hind wings.
en.wikipedia.org
His checkered civilian career seems to indicate an inability to adjust to civilian life.
en.wikipedia.org
They were deployed in a quincunx checkered pattern.
en.wikipedia.org
The previous uniform was a pink checkered dress for girls and a white shirt and a pair of grey shorts for boys.
en.wikipedia.org