Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Μεγάλη
aceite de hígado de bacalao

Oxford Spanish Dictionary

cod liver oil [αμερικ kɑd ˈlɪvər ɔɪl, βρετ] ΟΥΣ U

Oxford Spanish Dictionary
Oxford Spanish Dictionary

liver1 [αμερικ ˈlɪvər, βρετ ˈlɪvə] ΟΥΣ

liver ΑΝΑΤ, ΜΑΓΕΙΡ
hígado αρσ
liver προσδιορ transplant
afección θηλ hepática τυπικ

liver2 [αμερικ ˈlɪvər, βρετ ˈlɪvə] ΟΥΣ (person)

I. COD ΕΠΊΡΡ

COD → cash or AmE also collect on delivery

II. COD ΟΥΣ C or U

COD → cash or AmE also collect on delivery

cod1 <pl cod or cods> [αμερικ kɑd, βρετ kɒd] ΟΥΣ C or U

bacalao αρσ

cod2 ΕΠΊΘ βρετ οικ

cod letter/fax/report
cod accent

I. oil [αμερικ ɔɪl, βρετ ɔɪl] ΟΥΣ

1.1. oil U (petroleum):

petróleo αρσ
to strike oil οικ
to strike oil κυριολ (reach oil)

1.2. oil U (lubricant):

aceite αρσ
προσδιορ oil change

1.3. oil U:

fuel-oil αρσ
gasoil αρσ

1.4. oil U (for domestic heating):

1.5. oil U (for domestic lamps, stoves):

queroseno αρσ
kerosene αρσ
parafina θηλ λατινοαμερ

2.1. oil U or C ΜΑΓΕΙΡ:

aceite αρσ
vinagreta θηλ

2.2. oil U or C (essence):

esencia θηλ

3.1. oil C (painting):

óleo αρσ

3.2. oil <oils, pl > (paints):

II. oil [αμερικ ɔɪl, βρετ ɔɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. oil:

oil machine/hinge
oil machine/hinge
oil machine/hinge
oil wood/bat

2. oil <oiled, μετ παρακειμ >:

oiled αργκ (drunk)
oiled αργκ (drunk)
cocido οικ

oil painting ΟΥΣ

1. oil painting C (picture):

óleo αρσ

2. oil painting U (medium):

στο λεξικό PONS

cod-liver oil ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

cod [kɒd, αμερικ kɑ:d] ΟΥΣ αμετάβλ

bacalao αρσ

liver [ˈlɪvəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

hígado αρσ

COD [ˌsi:əʊˈdi:, αμερικ -oʊˈ-]

COD συντομογραφία: cash on delivery

I. oil [ɔɪl] ΟΥΣ

1. oil (lubricant):

aceite αρσ

2. oil χωρίς πλ (petroleum):

petróleo αρσ
to strike oil μτφ

3. oil (grease):

grasa θηλ

4. oil pl (oil-based paint):

óleo αρσ

ιδιωτισμοί:

II. oil [ɔɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

στο λεξικό PONS

cod-liver oil ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

liver [ˈlɪv·ər] ΟΥΣ

hígado αρσ

cod [kad] ΟΥΣ αμετάβλ

bacalao αρσ

COD [ˌsi··ˈdi]

COD ABBR cash on delivery

I. oil [ɔɪl] ΟΥΣ

1. oil (lubricant):

aceite αρσ

2. oil (petroleum):

petróleo αρσ
to strike oil μτφ

3. oil (grease):

grasa θηλ

4. oil:

óleo αρσ

ιδιωτισμοί:

II. oil [ɔɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

Present
Ioil
youoil
he/she/itoils
weoil
youoil
theyoil
Past
Ioiled
youoiled
he/she/itoiled
weoiled
youoiled
theyoiled
Present Perfect
Ihaveoiled
youhaveoiled
he/she/ithasoiled
wehaveoiled
youhaveoiled
theyhaveoiled
Past Perfect
Ihadoiled
youhadoiled
he/she/ithadoiled
wehadoiled
youhadoiled
theyhadoiled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

She was carrying a cargo of cod liver oil.
en.wikipedia.org
I take those containing glucosamine and cod liver oil supplements, too.
www.irishmirror.ie
Cod liver oil in the traditional way of manufacture was sun cured and served in bottles in its raw form.
en.wikipedia.org
We live in a theatrical age of curdled pleasures on the one hand and cod liver oil on the other.
www.vulture.com
They provided people on relief with food and clothing, such as milk and cod liver oil to poor children.
en.wikipedia.org