Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Fin
schläfrig

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

sleepy [ˈsli:pi] ΕΠΊΘ

1. sleepy (drowsy):

sleepy
sleepy eyes
to feel sleepy

2. sleepy (quiet):

sleepy town, village
verschlafen οικ μτφ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
sleepy
sleepy
sleepy
to be [or feel] sleepy [or drowsy]
etw macht jdn schläfrig
sth makes sb [feel] sleepy [or drowsy]
sleepy
sleepy head οικ
sleepy
sleepy
≈ sleepy way of life βρετ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

sleepy ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Sleepy αρσ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
sleepy

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Being a sleepy town, it has got a small increase of population of only about 2.5% in the last 10 years.
en.wikipedia.org
Patients may be awake (not sleepy) yet still have a clouded consciousness (disorder of wakefulness).
en.wikipedia.org
The toxic components can cause liver failure, referred to as walking disease or sleepy staggers.
en.wikipedia.org
When it opened, the north shore was a sleepy place with wide expanses of beach that were little known outside of the surfing world.
en.wikipedia.org
It is a sleepy historic town known for its rusting colonial architecture and has been popular with tourists in recent years.
en.wikipedia.org