Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

linvolucro
Verlustbetrieb

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ˈloss-mak·ing ΕΠΊΘ αμετάβλ

Verlustbetrieb αρσ <-(e)s, -e>
Καταχώριση OpenDict

loss-making

loss-making ΕΠΊΘ αμετάβλ ΟΙΚΟΝ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Zu·schuss·ge·schäft <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ

Ver·lust·be·trieb <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ

Zu·schuss·pro·jekt ΟΥΣ ουδ

ver·lust·reich ΕΠΊΘ

1. verlustreich ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

2. verlustreich ΣΤΡΑΤ:

verlustreich Schlacht

Mi·nus·ge·schäft ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ

Ver·lust·ge·schäft <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ

Ver·lust <-[e]s, -e> [fɛɐ̯ˈlʊst] ΟΥΣ αρσ

1. Verlust (das Verlieren):

2. Verlust ΧΡΗΜΑΤΟΠ (finanzielle Einbuße):

der Verlust von etw δοτ
the loss of sth
showing a loss κατηγορ

3. Verlust (Einbuße):

Verlust +γεν

4. Verlust πλ ΣΤΡΑΤ:

losses πλ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

loss-making ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

defizitär ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It deliberately keeps its passenger fares low and cross-subsidises the loss-making passenger traffic with the profit-making freight traffic.
en.wikipedia.org
However, despite the size of its turnover the firm was loss-making (3.8m loss in 2006), and heavily in debt (45m including partner debts).
en.wikipedia.org
At present, at least 20 percent of the companies slated for selloff are officially loss-making.
en.wikipedia.org
The exchange has been persistently loss-making.
en.wikipedia.org
The resort has been open since at least 1964 and was closed in 2007, when the local council voted to shut down the area after 15 years of loss-making.
en.wikipedia.org