Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

versicherung
deficitario, -a

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

loss-making [αμερικ, βρετ] ΕΠΊΘ βρετ

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

deficitario (deficitaria) ΕΠΊΘ

1. deficitario ΕΜΠΌΡ:

deficitario (deficitaria) división/sector
loss-making προσδιορ

2. deficitario Χιλ τυπικ ΨΥΧ:

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

loss-making ΕΠΊΘ

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

deficitario (-a) ΕΠΊΘ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

loss-making ΕΠΊΘ

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

deficitario (-a) [de·fi·si·ˈta·rjo, -a; de·fi·θi-] ΕΠΊΘ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Unprofitable and loss-making departments such as hardware and computers were discontinued.
en.wikipedia.org
Local passenger services were typically loss-making and got in the way of freight traffic.
en.wikipedia.org
The tariff system was dismantled, and the subsidisation of some loss-making industries ended.
en.wikipedia.org
In addition, the owners had been pumping money into a loss-making publication and were increasingly reluctant to continue the practice.
en.wikipedia.org
However, despite the size of its turnover the firm was loss-making (3.8m loss in 2006), and heavily in debt (45m including partner debts).
en.wikipedia.org