Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Surrealism
Belastung

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

en·cum·brance [ɪnˈkʌmbrən(t)s, αμερικ enˈ-] ΟΥΣ

1. encumbrance of debts:

encumbrance (burden)
Belastung θηλ <-, -en>
encumbrance (burden)
Last θηλ <-, -en>
encumbrance (impediment)
Behinderung θηλ <-, -en>
encumbrance (impediment)
Hindernis ουδ <-ses, -se>
to be without encumbrance

2. encumbrance (mortgage):

encumbrance
Belastung θηλ <-, -en>
encumbrance on real property ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Grundpfandrecht ουδ <-(e)s, -e>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Vorbelastung eines Grundstücks
prior encumbrance
encumbrance
prohibition of prior encumbrance
encumbrance of property
encumbrance [by mortgage]
Ballast μτφ
encumbrance
encumbrance
encumbrance τυπικ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

encumbrance ΟΥΣ ΑΚΊΝ

encumbrance (von Grundbesitz)
Belastung θηλ

encumbrance on real property ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

encumbrance on real property

certificated encumbrance on real property ΟΥΣ ΑΚΊΝ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
encumbrance on real property

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

to be without encumbrance
encumbrance on real property ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Grundpfandrecht ουδ <-(e)s, -e>

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The encumbrance of his paternal estate by debt bred in him a habit of frugality which was not shed in later years.
en.wikipedia.org
The format is unencrypted and free from intellectual property encumbrances or license requirements.
en.wikipedia.org
There are no restrictions or encumbrances whatsoever regarding its use.
en.wikipedia.org
They set aside their plaids and other encumbrances before the battle, and dropped to the ground to avoid enemy volleys.
en.wikipedia.org
Subordinate real rights generally refer to encumbrances and beneficial interests.
en.wikipedia.org