Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

E
Kommune

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

com·mune1 [ˈkɒmju:n, αμερικ ˈkɑ:-] ΟΥΣ + ενικ/pl ρήμα

1. commune (group):

commune
Kommune θηλ <-, -n>
she joined a women's commune

2. commune ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ, ΠΟΛΙΤ:

commune
Gemeinde θηλ <-, -n>
commune
Kommune θηλ <-, -n> τυπικ

com·mune2 [kəˈmju:n] ΡΉΜΑ αμετάβ λογοτεχνικό

to commune with sb
Zwiesprache mit jdm halten τυπικ
to commune with God
to commune with nature
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Bhagavan commune
rural commune
the Paris Commune
commune
commune
Zwiesprache halten mit jdm/etw τυπικ
to commune with sb τυπικ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

people's commune [ˌpiːplzˈkɒmjuːn] ΟΥΣ

people's commune
Volkskommune (China)
Present
Icommune
youcommune
he/she/itcommunes
wecommune
youcommune
theycommune
Past
Icommuned
youcommuned
he/she/itcommuned
wecommuned
youcommuned
theycommuned
Present Perfect
Ihavecommuned
youhavecommuned
he/she/ithascommuned
wehavecommuned
youhavecommuned
theyhavecommuned
Past Perfect
Ihadcommuned
youhadcommuned
he/she/ithadcommuned
wehadcommuned
youhadcommuned
theyhadcommuned

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The majority 99.5% of the population of the commune are farmers.
en.wikipedia.org
Three centuries later, that independence would fuel the rise of the independent communes.
en.wikipedia.org
The population of the commune was estimated to be approximately 13,000 in 2001 commune census.
en.wikipedia.org
The population of the commune was estimated to be approximately 4,000 in 2001 commune census.
en.wikipedia.org
The population of the commune was estimated to be approximately 18,000 in 2001 commune census.
en.wikipedia.org