Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

semparer
communal residence

Wohn·ge·mein·schaft <-, -en> ΟΥΣ θηλ

Wohngemeinschaft
Wohngemeinschaft
Wohngemeinschaft
house- [or flat-] [or αμερικ apartment-] share
in einer Wohngemeinschaft leben

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

in einer Wohngemeinschaft leben

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Auch heute ist der Stiftungsgedanke weiterhin umgesetzt; in den Wohngemeinschaften und auch im Hauptgebäude werden nach wie vor Kinder untergebracht und auch unterrichtet.
de.wikipedia.org
Sie leben in Einzelhaushalten oder in kleinen Wohngemeinschaften und treffen sich fünf bis sechs Mal im Jahr zur Pflege der Gemeinschaft.
de.wikipedia.org
Sie zogen mit ihren Familien in eigene Wohnungen oder Häuser, sodass die Wohngemeinschaften aufgelöst wurden.
de.wikipedia.org
Davon waren 2063 Singlehaushalte, 1791 Paare ohne Kinder und 1829 Paare mit Kindern, sowie 576 Alleinerziehende und 158 Wohngemeinschaften.
de.wikipedia.org
An ihre Stelle traten von der Bewährungshilfe geführte offene Wohngemeinschaften.
de.wikipedia.org