Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

premiums
primes

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

premium [βρετ ˈpriːmɪəm, αμερικ ˈprimiəm] ΟΥΣ

1. premium (gen):

2. premium (Stock Exchange):

3. premium (payment for insurance):

4. premium ΕΜΠΌΡ (payment for lease):

reprise θηλ

5. premium μτφ:

to put or place or set a (high) premium on sth

premium fuel βρετ, premium gasoline αμερικ ΟΥΣ

premium rate ΟΥΣ

premium rate call, number:

premium product ΟΥΣ

produit αρσ de luxe

premium price ΟΥΣ

prix αρσ fort

premium rent ΟΥΣ

insurance premium ΟΥΣ

Premium Bond βρετ ΟΥΣ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. premium [ˈpri:miəm] ΟΥΣ

1. premium (sum, amount):

prime θηλ

2. premium (extra amount):

3. premium (prize):

prix αρσ

4. premium αμερικ (petrol):

super αρσ

ιδιωτισμοί:

II. premium [ˈpri:miəm] ΕΠΊΘ

1. premium (high):

premium price

2. premium (top-quality):

premium offer ΟΥΣ

premium quality ΟΥΣ

insurance premium ΟΥΣ

premium bond ΟΥΣ βρετ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
premium αμερικ
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. premium [ˈpri·mi·əm] ΟΥΣ

1. premium (prize):

prix αρσ

2. premium (bonus):

prime θηλ

3. premium (installment payment):

4. premium (amount above par value):

5. premium (gasoline):

super αρσ

ιδιωτισμοί:

II. premium [ˈpri·mi·əm] ΕΠΊΘ

1. premium (abnormally high):

premium price

2. premium (high-quality):

insurance premium ΟΥΣ

premium quality ΟΥΣ

premium offer ΟΥΣ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
de 1ère catégorie produit alimentaire

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "premiums" σε άλλες γλώσσες