Γερμανικά » Γαλλικά

jünger [ˈjʏŋɐ] ΕΠΊΘ Komp von jung

3. jünger (noch nicht weit zurückliegend):

récent(e)

Βλέπε και: jung

I . jung <jünger, jüngste> [jʊŋ] ΕΠΊΘ

2. jung (jugendlich wirkend):

4. jung (seit kurzem existierend):

nouveau(-velle)

Ιδιώματα:

II . jung <jünger, jüngste> [jʊŋ] ΕΠΊΡ

Jünger(in) <-s, -> ΟΥΣ m(f)

I . jung <jünger, jüngste> [jʊŋ] ΕΠΊΘ

2. jung (jugendlich wirkend):

4. jung (seit kurzem existierend):

nouveau(-velle)

Ιδιώματα:

II . jung <jünger, jüngste> [jʊŋ] ΕΠΊΡ

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文