Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια:

obrok στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για obrok στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά

broke → break

Βλέπε και: break

3. break (gap):

brèche θηλ
espace αρσ
rupture θηλ
pause θηλ
entracte αρσ
trou αρσ
espace αρσ

5. break (pause) (gen):

pause θηλ
break ΣΧΟΛ
give us a break οικ!

II.break <απλ παρελθ broke, μετ παρακειμ broken> [βρετ breɪk, αμερικ breɪk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. break (damage):

to break one's back κυριολ
to break one's neck κυριολ

3. break (interrupt):

4. break (disobey):

III.break <απλ παρελθ broke, μετ παρακειμ broken> [βρετ breɪk, αμερικ breɪk] ΡΉΜΑ αμετάβ

broken → break

Βλέπε και: break

3. break (gap):

brèche θηλ
espace αρσ
rupture θηλ
pause θηλ
entracte αρσ
trou αρσ
espace αρσ

5. break (pause) (gen):

pause θηλ
break ΣΧΟΛ
give us a break οικ!

II.break <απλ παρελθ broke, μετ παρακειμ broken> [βρετ breɪk, αμερικ breɪk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. break (damage):

to break one's back κυριολ
to break one's neck κυριολ

3. break (interrupt):

4. break (disobey):

III.break <απλ παρελθ broke, μετ παρακειμ broken> [βρετ breɪk, αμερικ breɪk] ΡΉΜΑ αμετάβ

broking [βρετ ˈbrəʊkɪŋ, αμερικ ˈbroʊkɪŋ] βρετ, brokering [ˈbrəʊkərɪŋ] αμερικ ΟΥΣ

obrok στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για obrok στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά

Βλέπε και: break

6. break (put an end to):

ιδιωτισμοί:

to break one's back [or ass αμερικ] οικ
to break the back of sth αυστραλ, βρετ
to break the bank ειρων
to break bread ΘΡΗΣΚ
to break the ice οικ

broken μετ παρακειμ of break

Βλέπε και: break

6. break (put an end to):

ιδιωτισμοί:

to break one's back [or ass αμερικ] οικ
to break the back of sth αυστραλ, βρετ
to break the bank ειρων
to break bread ΘΡΗΣΚ
to break the ice οικ
Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski