Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ärztin
incompetent

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

un··hig [ˈʊnfɛ:ɪç] ΕΠΊΘ

1. unfähig (inkompetent):

unfähig

2. unfähig (nicht imstande):

unfähig
zu etw δοτ unfähig [sein]
unfähig sein, etw zu tun
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
unfähig
unfähig sein, etw zu tun
unfähig
unfähig [o. außerstande] sein, etw zu tun
unfähig [o. nicht in der Lage] sein, etw zu tun
inefficient (dissatisfactory) organization, person
unfähig
unfähig sein, sich αιτ auszudrücken
unfähig sein, etw zu tun
weak leader
unfähig

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

unfähig

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

zu etw δοτ unfähig [sein]
unfähig [o. außerstande] sein, etw zu tun
unfähig [o. nicht in der Lage] sein, etw zu tun

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Unfähig zu trainieren und unter Einsatz von Antibiotika entschied er sich dennoch die Kür zu laufen.
de.wikipedia.org
In dieser Zeit sind sie ohne Stimulation durch die Mutter unfähig, Urin und Kot abzusetzen.
de.wikipedia.org
Anfang der neunziger Jahre musste er schmerzvoll erkennen, dass er unfähig war, die einzelnen Splittergruppen zu kontrollieren, wie es ihm vordem möglich gewesen war.
de.wikipedia.org
Bei einer Gerichtsverhandlung war der stotternde Neujurist unfähig gewesen, seine Argumente vorzutragen, und fühlte sich so vor dem gesamten Saal bloßgestellt.
de.wikipedia.org
Weiterhin sind die Betroffenen meist unfähig, Dinge, die sie sehen, mit einem bestimmten Begriff in Verbindung zu bringen und sie damit zu benennen.
de.wikipedia.org