Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Operationssonde
to split something with a wedge
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. kei·len [ˈkailən] ΡΉΜΑ μεταβ ΔΑΣΟΛ

etw keilen

II. kei·len [ˈkailən] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα ιδιωμ οικ (sich prügeln)

sie keilen sich αιτ
they are scrapping αργκ [or fighting]

III. kei·len [ˈkailən] ΡΉΜΑ αμετάβ

keilen

Kei·le <-> [ˈkailə] ΟΥΣ

Keile πλ ιδιωμ οικ (Prügel):

thrashing ενικ
hiding ενικ οικ
to get [or be given] a [good] thrashing [or hiding] οικ

Keil <-[e]s, -e> [kail] ΟΥΣ αρσ

1. Keil ΑΥΤΟΚ (Unterlegkeil):

2. Keil ΤΕΧΝΟΛ, ΔΑΣΟΛ:

einen Keil in etw αιτ treiben

3. Keil (Zwickel):

ιδιωτισμοί:

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
key ΤΕΧΝΟΛ
Keil αρσ
cuneiform ΓΛΩΣΣ
to gore sth
Keil αρσ <-(e)s, -e>
Keil αρσ <-(e)s, -e>
Präsens
ichkeile
dukeilst
er/sie/eskeilt
wirkeilen
ihrkeilt
siekeilen
Präteritum
ichkeilte
dukeiltest
er/sie/eskeilte
wirkeilten
ihrkeiltet
siekeilten
Perfekt
ichhabegekeilt
duhastgekeilt
er/sie/eshatgekeilt
wirhabengekeilt
ihrhabtgekeilt
siehabengekeilt
Plusquamperfekt
ichhattegekeilt
duhattestgekeilt
er/sie/eshattegekeilt
wirhattengekeilt
ihrhattetgekeilt
siehattengekeilt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In der Teufe keilen die Gesteine der produktiven Serie bei etwa 2200 m aus.
de.wikipedia.org
Es wurden mehrere Kletterrouten eingerichtet, jedoch ist im Allgemeinen eine eigene Absicherung, z. B. mit Keilen und Friends, erforderlich.
de.wikipedia.org
Es kommt natürlich aufs Setting an, aber: die hier keilt zurück.
de.wikipedia.org
Armee-Korps eine neue Fahne aus hellblauem Tuch mit schwarz-weiß-schwarzen Keilen nach den vier Ecken.
de.wikipedia.org
Der erste Schlag wurde mit zwei tiefen Keilen vorgetragen.
de.wikipedia.org