Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

PP
terrain
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ter·rain <-s, -s> [tɛˈrɛ̃:] ΟΥΣ ουδ

1. Terrain ΣΤΡΑΤ, ΓΕΩΓΡ (Gelände):

Terrain
terrain

2. Terrain a. μτφ (Grundstück):

Terrain
das Terrain sondieren τυπικ
sich αιτ auf unbekanntem Terrain bewegen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
minefield μτφ
terrain
Terrain ουδ <-s, -s> a. μτφ
das Terrain sondieren a. μτφ
verbotenes Terrain μτφ
sich αιτ auf neues Terrain vorwagen
sich αιτ auf gefährlichem Terrain bewegen μτφ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dabei können auch Crashtests durchgeführt und die Fahrzeuge mit dem Terrain, Gebäuden, aufgestellten Hindernissen sowie anderen, auch von anderen Spielern gesteuerten, Fahrzeugen kollidiert gelassen werden.
de.wikipedia.org
Die erste Etappe führte das Feld über flaches Terrain um Beaucaire und Bellegarde.
de.wikipedia.org
Sie betont deshalb besonders Straßen und Transportwege, Wald, der Schutz bieten kann, und Höhenunterschiede im Terrain.
de.wikipedia.org
Die teilweise erhaltenen Strukturen der Anlage stehen unter Denkmalschutz und sollen in einer zukünftigen Wohnbebauung des Terrains integriert werden.
de.wikipedia.org
Zweifarbfledermäuse bevorzugen ursprünglich felsiges Terrain mit Höhlen oder Felsspalten als Ruheplätze.
de.wikipedia.org