Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dattentats
Robbery
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Raub <-[e]s, -e> [raup] ΟΥΣ αρσ πλ selten

1. Raub (das Rauben):

2. Raub (das Geraubte):

spoils ουσ πλ

ιδιωτισμοί:

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
rapine (pillage) λογοτεχνικό
[Straßen]raub αρσ
Raub αρσ <-(e)s, -e>
Raub αρσ <-(e)s, -e>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Der Flüchtige wurde nun per Großaufgebot wegen schweren Raubes, Freiheitsberaubung, Vergewaltigung, Autodiebstahl und zweifachem Polizistenmord gesucht.
de.wikipedia.org
Im Laufe seines Lebens wurde er wegen schweren Raubes, fahrlässiger Tötung und Rauschgifthandel zu über 30 Jahren Gefängnis verurteilt.
de.wikipedia.org
2) wenn die Verurtheilung wegen Diebstahls, Unterschlagung, Raubes, Erpressung, Hehlerei, Betruges oder Urkundenfälschung erfolgt, auch wenn der Verlust der bürgerlichen Ehrenrechte nicht eintritt.
de.wikipedia.org
Mit zehn Jahren wurde er allerdings wegen Raubes verhaftet, und er bekam die Chance, zwischen Jugendhaft und Schauspielschule zu wählen.
de.wikipedia.org
Die Kirche verurteilte den Zinswucher als eine besondere Form des Raubes, weil sie allein die Arbeit für wertschaffend, das Geld jedoch für unfruchtbar erklärte.
de.wikipedia.org