στο λεξικό PONS
Ope·ra·ti·ons·saal <-(e)s, -säle> ΟΥΣ αρσ
Ope·ra·ti·ons·schwes·ter <-, -n> ΟΥΣ θηλ
Ope·ra·ti·ons·ro·bo·ter ΟΥΣ αρσ ΙΑΤΡ
Ko·ope·ra·ti·ons·pro·jekt <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ
Op·era·tions·ver·stär·ker ΟΥΣ αρσ elektron
Ope·ra·ti·ons·ge·biet ΟΥΣ ουδ ΣΤΡΑΤ
Ko·ope·ra·ti·ons·kar·tell <-s, -e> ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ
Ko·ope·ra·ti·ons·pha·se <-, -n> ΟΥΣ θηλ
Ope·ra·tions·be·steck <-s, selten -> ΟΥΣ ουδ
Ope·ra·ti·ons·tisch <-(e)s, -e> ΟΥΣ αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Kooperationspartner ΟΥΣ αρσ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
Operationsforschung ΟΥΣ θηλ CTRL
Kooperationsvorteil ΟΥΣ αρσ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
Kooperationsabkommen ΟΥΣ ουδ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
Kooperationsvertrag ΟΥΣ αρσ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
Kooperation ΟΥΣ θηλ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
operational ΕΠΊΘ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ
operationelles Konto ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Offenmarktoperation ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
operationales Risiko ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
operationalisieren ΑΞΙΟΛΌΓ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.