Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lanonimato
worry

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

préoccupation [pʀeɔkypasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

préoccupation (souci)
préoccupation (pensée dominante)
utilitaire préoccupation, enseignement, rôle
de circonstance allié, préoccupation
commun (commune) désir, volonté, accord, préoccupation, conception
vif (vive) préoccupation
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
préoccupation θηλ majeure
préoccupation θηλ
c'est ma première préoccupation
ma préoccupation essentielle est
préoccupation θηλ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

préoccupation [pʀeɔkypasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. préoccupation (souci):

préoccupation

2. préoccupation (occupation):

préoccupation
prédominer avis, préoccupation, sport
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
préoccupation θηλ
préoccupation θηλ croissante
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

préoccupation [pʀeɔkypasjo͂] ΟΥΣ θηλ

1. préoccupation (souci):

préoccupation

2. préoccupation (occupation):

préoccupation
prédominer avis, préoccupation, sport
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
préoccupation θηλ
préoccupation θηλ croissante

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

La manière dont les attentes ont été opérationnalisées représente également une préoccupation pour les théoriciens qui étudient la validité du modèle des écarts.
fr.wikipedia.org
Soutenir les solutions locales pour les préoccupations locales au niveau municipal.
fr.wikipedia.org
Ses préoccupations tendent de concilier les exigences rationnelles du programme et l’aspect esthétique de la construction.
fr.wikipedia.org
La principale préoccupation des directeurs de casting était de trouver le bon protagoniste de la série.
fr.wikipedia.org
Cet art, souvent caractérisé "d'art pompier" ou de "kitsch",est entièrement lié aux préoccupations de la bourgeoisie et de son mode de vie.
fr.wikipedia.org