Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
patrimoine [patʀimwan] ΟΥΣ αρσ
1. patrimoine ΝΟΜ:
2. patrimoine (biens communs):
ιδιωτισμοί:
- patrimoine héréditaire ΒΙΟΛ
-
Journée du patrimoine Info
-
- A nationwide ‘open day’ celebrating French cultural heritage, during which monuments, buildings and sites of national significance normally closed to the public are open to visitors. Buildings such as the presidential and prime ministerial residences at the Élysée and Matignon respectively, as well as over 10, 000 other national sites and monuments have been attracting millions of visitors every year since 1983 when the Journée du patrimoine was inaugurated.
- réévaluer patrimoine, dépenses, forces, emploi
-
-
- patrimoine αρσ
-
- patrimoine αρσ héréditaire
-
- patrimoine αρσ
-
- organisme de protection du patrimoine historique
-
- patrimoine αρσ héréditaire
στο λεξικό PONS
patrimoine [patʀimwan] ΟΥΣ αρσ
1. patrimoine (biens de famille) a. ΒΙΟΛ:
- patrimoine
-
- patrimoine génétique [ou héréditaire]
-
2. patrimoine (bien commun):
- patrimoine
-
- fractionnement d'un patrimoine, paiement
-
- dissipation du patrimoine
-
patrimoine [patʀimwan] ΟΥΣ αρσ
1. patrimoine (biens de famille) a. ΒΙΟΛ:
- patrimoine
-
- patrimoine génétique [ou héréditaire]
-
2. patrimoine (bien commun):
- patrimoine
-
- fractionnement d'un patrimoine, paiement
-
- dissipation du patrimoine
-
Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- patrimoine génétique [ou héréditaire]