Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Mayday
irritated

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. irriter [iʀite] ΡΉΜΑ μεταβ

1. irriter (agacer):

2. irriter ΙΑΤΡ:

II. s'irriter ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. s'irriter (s'énerver):

to get annoyed (de about, over)
to get angry (de about, over)

2. s'irriter ΙΑΤΡ:

s'irriter organe:
vaguement honteux, embarrassé, irrité
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
bad-tempered person, reply
irrité
testy comment, reply
irrité
d'un ton irrité
irritably look, shrug
d'un air irrité
irrité, en rogne οικ
chafe person:
s'irriter (at de)
sore eyes, throat, nose, gums
irrité

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

irrité(e) [iʀite] ΕΠΊΘ

irrité(e)
être irrité contre qn

I. irriter [iʀite] ΡΉΜΑ μεταβ

II. irriter [iʀite] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. irriter (s'énerver):

2. irriter ΙΑΤΡ:

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
irrité(e)
irrité(e)
irrité
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

irrité(e) [iʀite] ΕΠΊΘ

irrité(e)
être irrité contre qn

I. irriter [iʀite] ΡΉΜΑ μεταβ

II. irriter [iʀite] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. irriter (s'énerver):

2. irriter ΙΑΤΡ:

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
irrité(e)
irrité(e)
irrité(e)
Présent
j'irrite
tuirrites
il/elle/onirrite
nousirritons
vousirritez
ils/ellesirritent
Imparfait
j'irritais
tuirritais
il/elle/onirritait
nousirritions
vousirritiez
ils/ellesirritaient
Passé simple
j'irritai
tuirritas
il/elle/onirrita
nousirritâmes
vousirritâtes
ils/ellesirritèrent
Futur simple
j'irriterai
tuirriteras
il/elle/onirritera
nousirriterons
vousirriterez
ils/ellesirriteront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Irrité par la situation et blâmant son mécanicien, il préfère abandonner la course et décide d'attendre le prochain bus pour quitter le village.
fr.wikipedia.org
Irrité par cette invasion de sa vie privée, il accepta de donner une interview en échange de la non-diffusion de ces photographies.
fr.wikipedia.org
Charles, vraiment amoureux, est de plus en plus irrité et désespéré d'avoir une épouse aussi indifférente.
fr.wikipedia.org
Coléreux de nature, et irrité à la fois par la gaucherie et les méthodes modernes de son fils, il passe son temps à faire explosion.
fr.wikipedia.org
En particulier, les membres du clergé étaient irrités par une formulation de la nouvelle loi électorale, qui concernait la prestation de serment des conseillers élus.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "irrité" σε άλλες γλώσσες