Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Maréchal
dormienti

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. sleeper [βρετ ˈsliːpə, αμερικ ˈslipər] ΟΥΣ

1. sleeper:

chi dorme, dormiente αρσ θηλ

2. sleeper ΣΙΔΗΡ:

cuccetta θηλ
vagone αρσ letto

3. sleeper βρετ (on railway track):

traversina θηλ

4. sleeper βρετ (earring):

5. sleeper αμερικ (successful book, film etc.):

sleeper οικ

6. sleeper (spy):

II. sleepers ΟΥΣ

sleepers npl αμερικ:

sleepers
tutina θηλ (per bambini)
sleepers

railway sleeper [ˈreɪlweɪˌsliːpə(r)] ΟΥΣ βρετ

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
sleeper βρετ
sleeper βρετ
railway sleeper βρετ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

sleeper [ˈsli:·pɚ] ΟΥΣ

1. sleeper (person):

2. sleeper ΣΙΔΗΡ (carriage):

cuccetta θηλ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Improvements included installing gauge upgradeable sleepers, dual gauging level crossings, drainage and ballast renewal.
en.wikipedia.org
Sleepers, couchettes and dining-cars are available on most long routes.
en.wikipedia.org
Extra ballasting had been necessary and the two main lines, as well as having normal crossways sleepers also rested on longitudinal baulks of timber.
en.wikipedia.org
Another iconic use of sledgehammers is for driving railroad spikes into wooden sleepers during rail construction.
en.wikipedia.org
The sleepers between the steel lines also featured some symmetric marks.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "sleepers" σε άλλες γλώσσες