Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Bottles
mats

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. mat1 [βρετ mat, αμερικ mæt] ΟΥΣ

1. mat:

stuoia θηλ
tappetino αρσ
zerbino αρσ
mat (of vegetation) μτφ
tappeto αρσ

2. mat (on table):

centrino αρσ

II. mat1 [βρετ mat, αμερικ mæt] ΕΠΊΘ

mat → matt

I. matt [βρετ mat] ΕΠΊΘ

with a matt finish photograph

II. matt [βρετ mat] ΡΉΜΑ μεταβ

matt glass
matt colours

mat2 <forma in -ing matting, παρελθ, μετ παρακειμ matted> [βρετ mat, αμερικ mæt] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. mat hair:

2. mat wool, sweater:

asbestos mat [əzˈbestɒsˌmæt, æs-] ΟΥΣ

exercise mat ΟΥΣ

table mat [βρετ] ΟΥΣ

bath mat [βρετ ˈbɑːθ ˌmat, αμερικ ˈbæθ ˌmæt] ΟΥΣ

drip mat [ˈdrɪpmæt] ΟΥΣ

prayer mat [ˈpreəˌmæt] ΟΥΣ

place mat [βρετ, αμερικ ˈpleɪs ˌmæt] ΟΥΣ

straw mat [ˌstrɔːˈmæt] ΟΥΣ

stuoia θηλ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

mat1 [mæt] ΟΥΣ

1. mat:

tappeto αρσ
stuoia θηλ
zerbino αρσ

2. mat (on table):

3. mat ΑΘΛ:

mat in gymnastics

4. mat (thick layer):

mat of grass
(folto) tappeto αρσ
mat of hair
(folto) groviglio αρσ

bath mat ΟΥΣ

table mat ΟΥΣ

sottopentola αρσ αμετάβλ

place mat ΟΥΣ

mat2 ΕΠΊΘ, matte [mæt] ΕΠΊΘ

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Imat
youmat
he/she/itmats
wemat
youmat
theymat
Past
Imatted
youmatted
he/she/itmatted
wematted
youmatted
theymatted
Present Perfect
Ihavematted
youhavematted
he/she/ithasmatted
wehavematted
youhavematted
theyhavematted
Past Perfect
Ihadmatted
youhadmatted
he/she/ithadmatted
wehadmatted
youhadmatted
theyhadmatted

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The doily-like mats are not ordinarily used.
en.wikipedia.org
When the doubters heard this, they became nervously deferential, paled, clasped their hands together, and backed away from their mats.
en.wikipedia.org
This is a low plant forming mats or clumps and bearing small thimble-shaped flowers with curving white petals.
en.wikipedia.org
Juveniles stay in shallower water because of the protection provided by floating kelp mats or driftwood.
en.wikipedia.org
The standard hill has plast mats, allowing summer use.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "mats" σε άλλες γλώσσες