Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

электрооптический
centro recreativo

Oxford Spanish Dictionary

I. complex [αμερικ ˈkɑmplɛks, βρετ ˈkɒmplɛks] ΕΠΊΘ

1. complex (complicated):

complex person/idea/issue/situation
complex person/idea/issue/situation

2. complex (intricate):

complex system/pattern/design

3. complex ΓΛΩΣΣ:

complex sentence/word

4. complex ΜΑΘ:

complex number/variable

II. complex [αμερικ ˈkɑmplɛks, βρετ ˈkɒmplɛks] ΟΥΣ

1. complex (buildings):

complejo αρσ

2. complex ΨΥΧ:

complejo αρσ

3. complex (set, series):

serie θηλ

leisure [αμερικ ˈliʒər, ˈlɛʒər, βρετ ˈlɛʒə] ΟΥΣ U

to have the leisure to + infin
disponer de tiempo para  +  infin
read it at your leisure προσδιορ activity
pasatiempos αρσ πλ
tiempo αρσ libre
ratos αρσ πλ libres

στο λεξικό PONS

leisure complex ΟΥΣ βρετ

στο λεξικό PONS

I. complex [ˈkɒmpleks, αμερικ ˈkɑ:m-] -es ΕΠΊΘ

II. complex [ˈkɒmpleks, αμερικ ˈkɑ:m-] -es ΟΥΣ

1. complex ΨΥΧ:

complejo αρσ

2. complex ΑΡΧΙΤ:

leisure [ˈleʒəʳ, αμερικ ˈli:ʒɚ] ΟΥΣ

leisure χωρίς πλ:

ocio αρσ

ιδιωτισμοί:

στο λεξικό PONS

I. complex [ˈkam·pleks] ΕΠΊΘ

II. complex <-es> [ˈkam·pleks] ΟΥΣ

1. complex ΨΥΧ:

complejo αρσ

2. complex ΑΡΧΙΤ:

leisure [ˈli·ʒər] ΟΥΣ

ocio αρσ

ιδιωτισμοί:

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Vitally the council leader must clarify why an industrial site would be chosen for a leisure complex.
www.pressandjournal.co.uk
Around 50 rioters had stormed a leisure complex in the trendy heart of the city where he and his girlfriend were renting a flat.
www.independent.co.uk
It is now a leisure complex and holiday park.
en.wikipedia.org
The pair met with their wives at a fish restaurant on the harbour front near a leisure complex to discuss the state of the jihad.
www.telegraph.co.uk
These include a new fire station and a large swimming leisure complex.
en.wikipedia.org