Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

nouvrez
Carta Social

Oxford Spanish Dictionary

Oxford Spanish Dictionary

I. charter [αμερικ ˈtʃɑrdər, βρετ ˈtʃɑːtə] ΟΥΣ

1.1. charter C:

estatutos αρσ πλ
fuero αρσ

1.2. charter C (constitution):

carta θηλ

1.3. charter C (guarantee of rights):

fuero αρσ
privilegio αρσ

2. charter U (hire) ΜΕΤΑΦΟΡΈς:

fletamento αρσ
to be available for charter προσδιορ flight/plane
chárter adj inv

II. charter [αμερικ ˈtʃɑrdər, βρετ ˈtʃɑːtə] ΡΉΜΑ μεταβ

1.1. charter (grant charter to):

charter university/organization

1.2. charter < βρετ chartered, μετ παρακειμ >:

contador público αρσ / contadora pública θηλ λατινοαμερ
censor jurado αρσ de cuentas / censora jurada θηλ de cuentas Ισπ

2. charter (hire):

charter plane/ship/bus
charter plane/ship/bus

I. social [αμερικ ˈsoʊʃəl, βρετ ˈsəʊʃ(ə)l] ΕΠΊΘ

1.1. social (relating to human society):

social change/reform/unrest
the social contract ΦΙΛΟΣ
the social contract (in UK) ΠΟΛΙΤ

1.2. social (relating to rank, status):

social class/status
élite θηλ
elite θηλ social

2.1. social (relating to social activity):

social gathering/function
compromisos αρσ πλ sociales
velada θηλ social
social column βρετ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ
social column βρετ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ

2.2. social (sociable):

social person

3. social (living in groups):

II. social [αμερικ ˈsoʊʃəl, βρετ ˈsəʊʃ(ə)l] ΟΥΣ οικ

reunión θηλ (social)

στο λεξικό PONS

I. charter [ˈtʃɑ:təʳ, αμερικ ˈtʃɑ:rt̬ɚ] ΟΥΣ

1. charter (government statement):

estatutos αρσ πλ

2. charter (document stating aims):

carta θηλ

3. charter (exclusive right):

privilegio αρσ

4. charter (founding document):

5. charter χωρίς πλ ΕΜΠΌΡ:

fletamento αρσ

6. charter ΕΜΠΌΡ:

II. charter [ˈtʃɑ:təʳ, αμερικ ˈtʃɑ:rt̬ɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. charter (sign founding papers):

2. charter ΕΜΠΌΡ:

social [ˈsəʊʃəl, αμερικ ˈsoʊ-] ΕΠΊΘ

στο λεξικό PONS

I. charter [ˈtʃar·t̬ər] ΟΥΣ

1. charter (government statement):

estatutos αρσ πλ

2. charter (document stating aims):

carta θηλ

3. charter (exclusive right):

privilegio αρσ

4. charter (founding document):

5. charter ΕΜΠΌΡ:

fletamento αρσ

6. charter ΕΜΠΌΡ:

II. charter [ˈtʃar·t̬ər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. charter (sign founding papers):

2. charter ΕΜΠΌΡ:

social [ˈsoʊ·ʃəl] ΕΠΊΘ

Present
Icharter
youcharter
he/she/itcharters
wecharter
youcharter
theycharter
Past
Ichartered
youchartered
he/she/itchartered
wechartered
youchartered
theychartered
Present Perfect
Ihavechartered
youhavechartered
he/she/ithaschartered
wehavechartered
youhavechartered
theyhavechartered
Past Perfect
Ihadchartered
youhadchartered
he/she/ithadchartered
wehadchartered
youhadchartered
theyhadchartered

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Αναζήτηση "Social Charter" σε άλλες γλώσσες